Moto-σκέψεις
ΑΠΟΨΗ | Νίκος Αγγελάκης | June 22, 2007 at 02:13Άρθρο του Αντρέα Μανίτη
Όλα ξεκίνησαν με το πρώτο ποδηλατάκι. Αυτό με το πεντάλ στη μπροστινή ρόδα. Θυμάμαι που έσπαγε όλη την ώρα ο πύρος των πίσω τροχών και έβγαιναν συνέχεια. Ο πατέρας μου το επισκεύαζε βάζοντας σύρμα που όμως και αυτό δεν κρατούσε για πολύ. Η αυλή ήταν μικρή και τα τρακαρίσματα στους τοίχους αρκετά συχνά. Ο μέσος όρος ζωής του ποδηλατακιού ήταν μερικές εβδομάδες. Κλάμα εγώ μέχρι να μου πάρουν καινούργιο. Σε κάθε γιορτή η γενέθλια το δώρο ήταν γνωστό. Αυτό το τροπάριο κράτησε μέχρι το δημοτικό. Εκεί, γύρω στη Πρώτη – Δευτέρα, κατάλαβα ότι υπήρχαν δίτροχα ποδήλατα, πολύ καλύτερα και ομορφότερα από τα ταπεινά τρίτροχα που είχα μάθει. Άρχισε τότε ένας αγώνας για να πεισθούν οι γονείς μου να μου αγοράσουν ένα μικρό για να φτάνω να ακουμπάω όπως χαρακτηριστικά έλεγα. Στην αρχή, ήταν ανένδοτοι και μου το ξέκοψαν.
Τα ποδήλατα είναι πολύ επικίνδυνα γιατί μπορεί να χτυπήσω, να βγω στο δρόμο στα κρυφά και να με πατήσει κανένα αμάξι (πόσες φορές το έχουμε ακούσει αυτό), να αμελήσω τα μαθήματά μου, γενικά να γίνω αλήτης και άλλα πολλά. Στην ιστορία της ανθρωπότητας όμως τίποτα δεν κατακτήθηκε χωρίς κόπο και προσπάθεια. Μετά από χιλιάδες ώρες μουρμούρας και γκρίνιας, εκατοντάδων υποσχέσεων ότι θα γίνω καλύτερος μαθητής, γιος, αδερφός, και ό,τι άλλο ρόλο μπορούσα να υποδυθώ, τα Χριστούγεννα του ’84 (πρέπει να πήγαινα στη Τετάρτη τάξη) ένα μπλε σκούρο ποδήλατο στιλ BMX (RMX για την ακρίβεια), με περίμενε στη πόρτα του σπιτιού μου. Εκείνη τη μέρα ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον πλανήτη. Αν μπορούσα θα το έπαιρνα μαζί μου και στη τουαλέτα.
Τις επόμενες μέρες οι φόβοι της μητέρας είχαν αρχίσει να επαληθεύονται. Το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου ήταν να καβαλήσω το ποδήλατο και να αρχίζω να «σβουρίζω». Στην αρχή στην αυλή του σπιτιού μου και μετά, στα κρυφά, το γύρο του τετραγώνου. Το σχολείο υπήρχε απλώς για να με χωρίζει από την αγάπη μου. Αφού είδαν ότι με τις απειλές δεν γινόταν τίποτα, το ποδήλατο βρέθηκε κλειδωμένο στην αποθήκη, με αυστηρό ωράριο λειτουργίας. Αυτή η βασανιστική προσμονή θα μου μείνει αξέχαστη. Μόνο το καλοκαίρι το ευχαριστιόμουν όσο ήθελα. Αυτή η χαρά μου πάντως μετριάστηκε αρκετά γιατί τον επόμενο χρόνο είδα κάποιους συμμαθητές μου και είχαν mountain ποδήλατα. Το RMX μου φαινόταν όλο και ποιο μικρό για έναν αναβάτη σαν και μένα. Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση οι γονείς μου να μου αγοράσουν καινούργιο (αν μπορούσαν θα ξεφορτώνοντας και αυτό που είχα), άρχισα να μαζεύω λεφτά από παντού. Γιαγιάδες, παππούδες, θείες, θείοι, κάλαντα, γιορτές, γενέθλια…δεν ήθελα δώρα, μόνο λεφτά. Η μάνα μου κάτι υποψιάστηκε και με ρώτησε πλαγίως τι τα θέλω τα λεφτά. «Θέλω ένα atari μαμά» (έλεγα εγώ τότε…). Τελικά τα κατάφερα και πήρα ένα μεταχειρισμένο από ένα φίλο μου, είχα μεγαλώσει και μπορούσα να κάνω και μεγαλύτερες βόλτες, πρέπει να είχα φτάσει στην Έκτη Δημοτικού. Όμως, κι αυτή την αγάπη έμελλε να την προδώσω. Δεκατριών ετών πια άρχισα να φαντάζομαι τον εαυτό μου όχι σα συνοδηγό στο παπάκι του πατέρα μου αλλά σαν οδηγό. Έβλεπα και στο 4ο Λύκειο δίπλα από το 5ο γυμνάσιο που πήγαινα τα πολύ λίγα εκείνη την εποχή μηχανάκια και τρελαινόμουν. Ούτε λόγος φυσικά να αναφέρω τίποτα στο σπίτι για μηχανάκι. Είχα πατήσει τα δεκαπέντε, όταν πρωτόκατσα στη θέση του οδηγού.
Είχα ένα κολλητό που ήξερε να οδηγάει μηχανάκι λόγω μεγάλου αδελφού και έτσι αποφασίσαμε να το πάρουμε μια μέρα που ο πατέρας μου είχε φύγει με το αυτοκίνητο στη δουλειά. Σε μια μικρή αλάνα εκεί έκανα τα πρώτα μου οδηγικά βήματα που ήταν καταστροφικά γιατί πέρδευα το φρένο με το γκάζι και το ότι δεν έπεσα ήταν μάλλον θαύμα. Σιγά – σιγά όμως και μετά από αρκετούς γύρους του τετραγώνου (στα κρυφά πάντα) ξεθάρρεψα και άρχισα να ψιλοκυκλοφορώ μέσα στην πόλη. Μια του κλέφτη όμως, δυο του κλέφτη, τρεις και με τσακώσανε στην περιοχή των δικαστηρίων. Το χειρότερο δεν ήταν η κατσάδα που έφαγα αλλά η αλλαγή θέσης του κλειδιού που δεν αφηνόταν πια στο μικρό πήλινο πιατάκι λλά στο μπρελόκ του πατέρα μου που κουβαλούσε πάντα μαζί του. Τα επόμενα χρόνια στο λύκειο ήταν η εποχή του δανεισμού. Όποιος φίλος η συμμαθητής είχε μηχανάκι έκανα τα πάντα για να μου το δανείσει για μια βόλτα. Κάθε φορά που καβαλούσε, ακόμα και piaggio, ένοιωθα ότι ήμουν ο Peter Fonta στο «Ξένοιαστος Καβαλάρης». Λίγο πριν δώσω πανελλήνιες έκατσα πρώτη φορά σε «μεγάλη» μηχανή με απομόνωση. Ένα νοικιασμένο DT125, μου το έδωσε ο αδερφός της μελλοντικής θείας μου που είχε έρθει από Αθήνα για τον αρραβώνα της αδερφής του. «Ρε, ξέρεις να οδηγάς ή θα στουκάρεις πουθενά και θα με κυνηγάνε» με ρώτησε αυτός για να ου απαντήσω εγώ: «μη φοβάσαι, ένας φίλος μου έχει ένα XL και το οδηγάω συνέχεια». Ψέματααααα. Αλλά έτσι κατάφερα και το πήρα. Ένα μίγμα χαράς, συγκίνησης, περηφάνιας αλλά και φόβου με πλημμύρισε με το
που πήρε μπρος. Ευτυχώς, είχε σβήσει τη μηχανή με το κλειδί και όχι με τον διακόπτη «ON-OFF», αλλιώς ακόμα θα προσπαθούσα να το βάλω μπρος, αφού αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη του.
Σε μια απόσταση χιλίων μέτρων που διένυσα μου έσβησε δύο – τρεις φορές, δυσκολεύτηκα απίστευτα να του βάλω νεκρή όποτε χρειάστηκε, αλλά το επέστρεψα σώο το μηχανάκι. Αν και έτρεμα ολόκληρος, προσπάθησα να το παίξω άνετος: «Δεν πάει κι άσχημα» ήταν τα πρώτα μου λόγια. Όμως τα χέρια μου που έτρεμαν και το μόνιμο χαμόγελο, πρόδιδαν ότι δεν ήμουν καθόλου άνετος. Λίγους μήνες μετά απέκτησα δικό μου μηχανάκι. Το παλιό μηχανάκι του πατέρα μου (ακόμα κυκλοφορεί…αθάνατα εξάβολτα!!) που δανειζόμουν πριν μερικά χρόνια. Δεν ενθουσιάστηκα είναι η αλήθεια αλλά μπρος στα ολότελα…
Η συνύπαρξη μαζί του κράτησε δύο χρόνια Το κόλλημα μου όμως με τις μηχανές ήταν γνωστό στον πατέρα μου και ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα έβρισκα λεφτά για μία μεταχειρισμένη μηχανή. Αποφάσισε λοιπόν να μου πάρει κάτι μικρό για να κατευνάσω κάπως τις επιθυμίες μου. Ένα πανέμορφο μαύρο CD με περίμενε έξω από την πόρτα. Για τους μικρότερους στην ηλικία ή όποιους δεν γνωρίζουν, εκτός από τα γνωστά «δισκάκια», υπήρχε και ένα μοντέλο της Honda των 50 και 90 cc (το συγκεκριμένο ήταν του ’92, φτιαγμένο) με συμπλέκτη σε στιλ παλιάς μηχανής (καταχρηστικά μπορούμε να πούμε BMW) σε μικρογραφία. Πολύ ομορφότερο κατά την δικιά μου αισθητική από τα σύγχρονα εκατοστάρια. Το αγάπησα αυτό το μηχανάκι αν και δεν το κράτησα ούτε ένα χρόνο. Όταν αναγκάστηκα να το πουλήσω για να συμπληρώσω λεφτά για την αγορά μεγάλης μηχανής λυπήθηκα πολύ αλλά το έδωσα σε έναν κολλητό μου και έτσι μετριάστηκε κάπως ο πόνος του αποχωρισμού.
Ακόμα μια στο τόσο το παίρνω για καμιά βόλτα. Στα 22 πλέον, αγοράζω την πρώτη μου μεγάλη μηχανή. Μία Kawasaki GPZ 400, Ninja του ’89, κόκκινη και μαύρη. Χωρίς να έχω ακόμα το δίπλωμα οδήγησης (έδινα εξετάσεις λίγες μέρες μετά), πήγα να τη παραλάβω από το κατάστημα. Αυτή τη στιγμή την ονειρευόμουν πολλά χρόνια. Δεν είχα πει λέξη στο σπίτι για την αγορά αυτή γιατί ήξερα ότι θα ακολουθούσε η μουρμούρα της μάνας που μπορεί να έχει καλές προθέσεις όπως λέει συνέχεια (εγώ το καλό σου θέλω…) αλλά πολλές φορές είναι μαρτύριο. Ένα μαγιάτικο μεσημέρι λοιπόν τους έβγαλα όλους έξω, τους έδειξα τη μηχανή και τους είπα με τον πλέον φυσικό τρόπο ότι ανήκει σε μένα. Ο πατέρας μου το πήρε σχετικά ήρεμα ενώ η μάνα με το που την είδε
έτσι ογκώδης και φερινγκάτη έπαθε αμόκ. Είναι πιστεύω περιττό να γράψω το τι άκουσα εκείνες τις ημέρες. Δεν με πολυενδιέφερε όμως, είχα μηχανή!!! Τα άλλα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Στην αρχή, όπως είναι φυσικό, πήγαινα αργά και φοβισμένα. Οι 56 ίπποι, που δεν ήταν και τελείως ψόφιοι μου έμοιαζε κάτι εξωπραγματικό. Σιγά – σιγά, άρχισα να μαθαίνω τα χούγια της, τις ιδιοτροπίες της (είχε αρκετές, πιστέψτε με) και γενικά την συμπεριφορά της. Πέρασα πολλά χιλιάδες χιλιόμετρα πάνω της και εκτός από κάποια φυσιολογικά προβλήματα παλαιότητας μπορώ να πω ότι ήταν ένα αξιόπιστο μηχανάκι με καλό μοτέρ και όχι τόσο καλά περιφερειακά.
Εφτά χρόνια με το GPZ ήταν αρκετά και μια και δεν είμαι πολύ της οικονομίας μπήκα στο λούκι και πήρα δάνειο για να αποκτήσω τη μηχανή που έχω μέχρι σήμερα. Ένα μαύρο Yamaha Fazer 600 του ’99.
Με αυτή τη μηχανή γνώρισα τη μαγεία των μεγάλων πολυήμερων εκδρομών στους δρόμους της υπόλοιπης Ελλάδας, σύντομα και του εξωτερικού. Εδώ τελειώνει το μοτοβιογραφικό μου που ελπίζω να εμπλουτιστεί και με άλλα μηχανάκια (κατά προτίμηση με τετραψήφιο αριθμό κυβικών). Αν βρήκατε τώρα κάποιες ομοιότητες με δικές σας εμπειρίες, αυτό είναι φυσιολογικό αφού μας συνδέει η αγάπη για το ίδιο πράγμα.
Το μοτοσακό που έλεγε και ο παππούς…
Σχετικά Άρθρα:
- Έκθεση μοτοσικλέτας 2008: Η γιορτή της μοτοσικλέτας
Έχουν περάσει λίγα μόλις εικοσιτετράωρα απ’ όταν επιστρέψαμε από την 5η Έκθεση μοτοσικλέτας που πραγματοποιείται στο Ελληνικό από 29 Μαρτίου έως και 6… - 2η έκθεση μοτοσικλέτας: Στο Ελληνικό τα είδαμε όλα…
Άρθρο του Νίκου Αγγελάκη (από τον Μάρτιο του 2004) 19 Μαρτίου ήταν η μεγάλη μέρα. Μια διάσπαρτη παρέα φίλων και φίλων των φίλων μπήκαμε όλοι στο πλοίο… - Έκθεση μοτοσικλέτας 2005 και Athens SuperCross
Κείμενο: Νίκος Αγγελάκης – Στέλιος Οικονομάκης Foto: Στέλιος Οικονομάκης – Μανόλης Χαβρές Στις 20 Φεβρουαρίου μια μικρή ομάδα του CounterSteer επισκέφ… - Ο όμορφος κόσμος των δύο τροχών… (κερατά Ducatisti)
[digg=http://digg.com/motorsport/O_morpos_k_smos_ton_d_o_troc_nh_kerat_Ducatisti/blog]Κείμενο (μετάφραση): Νίκος Αγγελάκης Ο κόσμος των δύο τροχών είν… - 3η έκθεση κλασικής μοτοσικλέτας: Μια ματιά στο παρελθόν
Άρθρο του Νίκου Αγγελάκη (Σεπτέμβριος 2004) Η Λέσχη Ιδιοκτητών Παλαιάς Μοτοσικλέτας Χανίων ιδρύθηκε το 1999 στα Χανιά. Τότε αριθμούσε 15 με 20 μέλη εν…



Tweet This
Digg This
Save to delicious
Stumble it






This website uses IntenseDebate comments, but they are not currently loaded because either your browser doesn't support JavaScript, or they didn't load fast enough.